Με ποιο τρόπο η παχυσαρκία του άνδρα μπορεί να επηρεάσει τους απογόνους του

 Με ποιο τρόπο η παχυσαρκία του άνδρα μπορεί να επηρεάσει τους απογόνους του
Η συχνότητα της παχυσαρκίας έχει αυξηθεί σημαντικά στο σύγχρονο δυτικό κόσμο και οι επιπλοκές που συνδέονται με αυτή ολοένα και αυξάνονται. Ιδιαίτερα όμως στους άνδρες η παχυσαρκία δεν είναι μόνο ένας μεγάλος παράγοντας κίνδυνου για την εμφάνιση σοβαρών, χρόνιων νοσημάτων. Υπάρχει επίσης ο κίνδυνος να επηρεαστεί τόσο η αναπαραγωγική ικανότητα του άνδρα όσο και η υγεία των απογόνων. Πρόσφατες μελέτες έχουν διερευνήσει τις επιγενετικές επιδράσεις τόσο στα σπερματοκύτταρα όσο και στους απογόνους.

Η διαταραγμένη σπερματογένεση που συνδέεται με την παχυσαρκία σχετίζεται με μια μείωση των μικροσκοπικών και μοριακών χαρακτηριστικών των σπερματοζωαρίων καθώς και των ποσοστών επιτυχούς σύλληψης. Η επιγενετική επίδραση είναι η επίδραση του περιβάλλοντος ενός οργανισμού στο γονιδίωμα του με τέτοιο τρόπο ώστε εξωτερικοί παράγοντες να επηρεάζουν την ανάπτυξη και τη συμπεριφορά του. Από τη στιγμή που το περιβάλλον επιδρά πάνω στο γονιδίωμα η επίπτωση που επιφέρει μπορεί να κληρονομηθεί. Έχουν μάλιστα αναφερθεί επιγενετικές επιδράσεις που έχουν μεταφερθεί από πατέρα σε παιδί και οι οποίες σχετίζονται με την διατροφή του πατέρα πριν από τη σύλληψη καθώς και με άλλους παράγοντες του τρόπου ζωής.

Με βάση τα παραπάνω, μια ομάδα ερευνητών υπέθεσε ότι η επιγενετική αποτελεί ένα σημαντικό μηχανισμό στην εξήγηση της σχέσης ανάμεσα στην παχυσαρκία του πατέρα αλλά και τις επιπτώσεις στο σπέρμα και τους απογόνους.

Οι ερευνητές στην εργασία τους συνοψίζουν όλη τη τρέχουσα γνώση αναφορικά με την παχυσαρκία και τους μοριακούς κι επιγενετικούς μηχανισμούς που επηρεάζουν το σπέρμα. Εντοπίζουν μάλιστα ένα παχυσαρκιογόνο περιβάλλον από την πλευρά του πατέρα πριν από τη σύλληψη, το οποίο και θεωρούν την πιθανή πηγή νοσημάτων στους απογόνους.

Η παχυσαρκία είναι αποτέλεσμα διάφορων εκθέσεων σε περιβαλλοντικούς παράγοντες που συνοψίζονται στον όρο «παχυσαρκιογόνο περιβάλλον». Η πρωταρχική αιτία της παχυσαρκίας ή του υπερβολικού σωματικού βάρους μπορεί να εντοπιστεί στην εκτροπή του ισοζυγίου ενεργειακής πρόσληψης. Αν και αυτός είναι θεωρητικά ένας απλός τρόπος προσέγγισής, στην πραγματικότητα το ενεργειακό ισοζύγιο, δηλαδή η εξισορρόπηση της ενέργειας που προσλήφθηκε με αυτή που καταναλώθηκε, είναι ένα ρυθμιστικό σύστημα ιδιαίτερα πολύπλοκο που δεν έχει γίνει ακόμα απολυτά κατανοητό. Σύμφωνα με τους ερευνητές σημαντικό ρόλο στο ρυθμιστικό αυτό σύστημα παίζουν και επιγενετικοί μηχανισμοί, καθώς και το ίδιο το επιγονιδίωμα το οποίο είναι επίσης ευαίσθητο σε περιβαλλοντικούς παράγοντες.

Η παχυσαρκία μπορεί να προκαλέσει διαταραχές των σπερματοζωαρίων σε επίπεδο χρωματίνης, DNA, ROS, επιγενετικών παραγόντων, μορφολογίας και άλλων κλινικών χαρακτηριστικών. Οι μηχανισμοί διάδρασης μεταξύ αυτών των μοριακών και φυσιολογικών χαρακτηριστικών δεν είναι γνωστοί. Κάποιες συσχετίσεις έχουν αναφερθεί αλλά δεν είναι ξεκάθαρο εάν τα κλινικά χαρακτηριστικά των σπερματοζωαρίων επηρεάζονται από επιγενετικές αλλαγές. Οι διαταραχές των σπερματοζωαρίων, ωστόσο, μπορεί τελικά να οδηγήσουν σε διαταραχές των σπερματοζωαρίων του απογόνου. Το επόμενο ερώτημα είναι εάν η επιγενετική επίδραση θα διατηρηθεί και στις επόμενες γενιές.

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα δεδομένα το περιβάλλον μπορεί να αλλάξει το μοριακό κι επιγενετικό προφίλ των εκτεθειμένων ατόμων οδηγώντας τελικά στη παχυσαρκία. Για παράδειγμα, διατροφικοί παράγοντες που δεν αλλάζουν το γονιδίωμα, μπορούν να αλλάξουν τη μεθυλίωση του DNA και να προκαλέσουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης χρόνιων νοσημάτων ή παχυσαρκίας.

Το επιγονιδίωμα υποτίθεται ότι αντιδρά αρκετά γρήγορα στις περιβαλλοντικές αλλαγές σε σύγκριση με την προσαρμογή μέσω της γονιδιακής ποικιλομορφίας. Οι ερευνητές τονίζουν επίσης ότι οι όρχεις είναι ένα όργανο με ταχέως αναπτυσσόμενα κύτταρα τα οποία είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στις επιγενετικές αλλαγές.

Συμπερασματικά οι ερευνητές υποστηρίζουν ένα πιθανό ρόλο του επιγονιδιώματος στη παθογένεση των προβλημάτων που σχετίζονται με την παχυσαρκία και καταλήγουν στο ότι οι διαταραχές στη μεθυλίωσης του DNA μπορεί να αποτελέσουν προγνωστικό παράγοντα για την ανάπτυξη χρόνιων νοσημάτων όπως είναι διαβήτης τύπου 2. Παράλληλα οι ερευνητές υποθέτουν ότι η επιγενετική πλαστικότητα επιτρέπει στο περιβάλλον να αφήσει το ίχνος του στα σπερματοκύτταρα και με αυτό το τρόπο να μπορεί να περάσει σε επόμενες γενιές.

Το άρθρο επιμελήθηκε ο Χ. Φλιάτουρας, Χειρουργός, Ουρολόγος –Ανδρολόγος, συνεργάτης του Ανδρολογικού Ινστιτούτου Αθηνών.

Πηγή: zougla.gr
Scroll To Top